- σπλαγχνοσκόπος
- σπλαγχνο-σκόπος, Eingeweide beschauend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σπλαγχνοσκόπος — ο, ΝΜ αυτός που εξετάζει τα σπλάγχνα τών θυσιαζόμενων ζώων για να μαντέψει το μέλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπλάγχνα + σκόπος (< σκοπός < σκέπτομαι), πρβλ. οιωνο σκόπος] … Dictionary of Greek
σπλαγχνοσκοπώ — έω, Μ [σπλαγχνοσκόπος] είμαι σπλαγχνοσκόπος, κάνω σπλαγχνοσκοπία … Dictionary of Greek
-σκόπος — β συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο ουσ. σκοπός (< σκέπτομαι) και δηλώνει αυτόν που σκέπτεται, που παρατηρεί, που εξετάζει, που μελετά ή ερευνά. Τα συνθ. σε σκοπος απαντούν ως… … Dictionary of Greek